Σε μιά μοναχική ακτή κρυμμένη απο τα βράχια κάθησε να ανασάνει και από σκέψεις σκοτεινές ο νους της να ξεφύγει Εδυε ο ήλιος και στόλιζε με χρώμα χρυσοκόκκινο θάλασσα κι ουρανό Η αμμουδιά διαμάντια γέμισε και του ήρεμου κυμματισμού δεχότανε τα χάδια Το βλέμμα της στον ορίζοντα άφησε να χαθεί και φάνηκε στα μάτια της λίγη κλεμμένη λάμψη Το σώμα της λαχτάρησε της θάλασσας το χάδι Στην αγκαλιά της βούτηξε και κολυμπώντας μάκρυνε γρήγορα απ’ την στεριά κι από ό,τι την πονούσε Οι σκέψεις της ξεθώριασαν και άρχισαν να μοιάζουν με ρούχα κάποιου αυτόχειρα στην άμμο αφημένα Του δειλινού η ομορφιά στα μάτια καθρεφτίστηκε πριν βυθιστεί στην λήθη Σαν απομεινάδι από ναυάγιο στην θάλασσα επέπλεε που όσο βάθαινε, άλλαζε χρώμα και μορφή Αφύσικα ακίνητη και σκοτεινή δίχως το φώς των αστεριών πάνω στον μαύρο ουρανό Τριγύρω της και μέσα της αμετρίαστο,αμάλαγο κενό κι απόκοσμη σιωπή Μα κι αν το μυαλό της διάλεξε πρόθυμα την φυγή η ελπίδα, η φλόγα της ψυχής δεν την εγκαταλείπει “Στην θάλασσα της θλίψης παραδίνεσαι,ξύπνα από τον μαύρο ύπνο σου” Το ψέμα της γαλήνης μεσ’ το μυαλό της τάραξε η δυνατή φωνή Σαν την φωτιά το αίμα της ξανακυλά στις φλέβες Η οδύνη ξυπνάει το σώμα της, φιλιώνει με τον φόβο σύμμαχο να τον έχει για να νικήσει τον εχθρό, τον ίδιο τον εαυτό της Να τον τραβήξει μακριά απ’ τη θάλασσα της θλίψης Κάτω από έναστρο ουρανό το στίγμα της να βρεί, πορεία να χαράξει Ταξίδι γυρισμού προς την ακτή που περιμένει η ζωή της Ανέτειλε κι έβαφε ροδοκόκκινο τον ουρανό ο ήλιος Η νέα μέρα γεννιότανε και η νέα της ζωή σε μία μοναχική ακτή
Να περπατάς Με ένα χέρι,με ένα πόδι Με τα μάτια σου να ατενίζουν γαλάζιους ορίζοντες Παιδί να γίνεσαι που σκαρφαλώνει σε ένα άσπρο σύννεφο, όμοιο με το φτερωτό άλογο του χθεσινοβραδινού παραμυθιού Κραδαίνοντας κάθε αυγή ένα ξύλινο σπαθί Πετώντας προς τον ήλιο να σκοτώνεις τον Φόβο Τον κακό δράκο που κρύβεται στο σκοτάδι και τρέφεται με όνειρα Να γιορτάζεις για κάθε νίκη σου κάνοντας μία βόλτα στα αστέρια την νύχτα Με φαντασία παιδιού που οδηγεί τον ζωγραφιστό πύραυλό του στην σελήνη Κι όταν ο πόνος σου θυμίζει πως το κορμί σου το διεκδικεί ο χρόνος, να περπατάς ξανά. Με ένα χέρι, με ένα πόδι με την ψυχή να περπατάς Ως να τελειώσει ο δρόμος σου
Ο εχθρός αμείλικτος φονιάς Δεν ξεχωρίζει Δεν λυπάται Δεν τον διώχνουν προσευχές Δεν τον λυγίζουν παρακάλια Αόρατος Ακούραστος Χτυπά Ψυχές και σώματα Αφήνει πίσω του του φόβου την αποφορά Αρνείται η ψυχή να ανασάνει στου φόβου τα δεσμά μήπως πιαστεί Απ’ τα σκοτάδια του ψεύτη νού μία φωνή παράφωνα φωναζει “Ο άνθρωπος που σε πανδημία χάνεται, γίνεται ακόμα ένας αριθμός” Αυτό πονάει Πονάει Πονάει
Κλάψε άνθρωπε Αυτό φοβάσαι
Κι αν είναι το κορμί χώμα να γίνει Να μην αφήσεις την ψυχή να υποκλιθεί σε απατηλές περαστικές φοβέρες που πλανούνται στον αέρα και χάνονται στο φύσημα ενός βοριά